ρουμελιώτικος

-η, -ο, Ν [Ρουμελιώτης]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Ρούμελη ή στους Ρουμελιώτες (α. «ρουμελιώτικα τραγούδια» β. «ρουμελιώτικη λεβεντιά»)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα Ρουμελιώτικα
το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα τής Ρούμελης.
επίρρ...
ρουμελιώτικα
σύμφωνα με τον τρόπο των Ρουμελιωτών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρουμελιώτικος — η, ο επίρρ. α αυτός που αναφέρεται στη Ρούμελη ή τους Ρουμελιώτες: Χόρεψαν ρουμελιώτικους χορούς. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., ρουμελιώτικα, τα η διάλεκτος ή η προφορά των Ρουμελιωτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλλιώτικος — η, ο 1. αυτός που εμφανίζει αλλοίωση, αλλαγή, ο διαφορετικός 2. ιδιόρρυθμος, αλλόκοτος 3. επίρρ. αλλιώτικα αλλιώς*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλλιώς* + ώτικος (παραγ. κατάλ. εθνικών κυρίως ονομάτων: ηπειρώτικος, ρουμελιώτικος κ.λπ.). ΠΑΡ. νεοελλ. αλλιωτεύω] …   Dictionary of Greek

  • ρουμελιώτικα — Ν βλ. ρουμελιώτικος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.